Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Συγκεντρωτική λίστα ιστορικών μνημείων

Γενική Παρουσίαση Υφιστάμενη Κατάσταση Καθεστώς προστασίας
Άγιοι Ανάργυροι στη Λαγκαδιά Ο ναός των Αγίων Αναργύρων βρίσκεται έξω από το χωριό στη τοποθεσία Σελέστη. Σύμφωνα με επιγραφή, ανεγέρθη το 1863. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, έχει δύο εισόδους στη μεσημβρινή της πλευρά ενώ στο ίδιο σημείο βρίσκεται και το χαγιάτι. Η στέγη είναι δίρριχτη με σχιστολιθικές πλάκες και το κωδωνοστάσιο είναι πυργοειδές, νοτιοανατολικά του παλαιού περιστώου. Στην ανατολική πλευρά του κωδωνοστασίου βρέθηκε επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής, ενώ λίγα μέτρα από τον ναό βρέθηκε ένας μαρμάρινος κορμός ανδρός της ίδιας εποχής. Στο εσωτερικό του ναού, τόσο η οροφή όσο και το τέμπλο είναι από ξύλο, ενώ ιδιαίτερο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γυναικωνίτης ο οποίος χρησιμεύει και ως οστεοφυλάκιο. Ανάμεσα στις τοιχογραφίες της εκκλησίας ξεχωρίζουν ο Παράδεισος, το μαρτύριο της Αγίας Χρυσής, η Αγία Χρυσή, ο αβάς Ζωσιμάς, η οσία Μαρία η Αιγύπτια, ο θάνατος του δικαίου και του αμαρτωλού ανθρώπου, η Κρίσις του Πιλάτου, ο απαγχονισμός του Ιούδα, η μαστίγωση του Χριστού κα[1]. [1] Ibid. σ. 28.
Άγιος Νικόλαος στον Αρχάγγελο Σύμφωνα με επιγραφή, η εκκλησία χτίστηκε το 1836, ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής και διαθέτει χαγιάτι στη δυτική και νότια πλευρά της. Έχει δύο εισόδους στη δυτική και νότια πλευρά (όπως συνηθίζεται), ενώ τα παράθυρά της έχουν ανοιχτεί μεταγενέστερα.Η στέγη είναι δίρριχτη με σχιστολιθικές πλάκες και το κωδωνοστάσιο είναι μεταγενέστερο του ναού, όπως και στις περιπτώσεις του Αγίου Δημητρίου στη Ξιφιανή και του Αγίου Νικολάου στην Ίδα. Η οροφή της εκκλησίας είναι νταμπλαδωτή και ζωγραφισμένη, όπως και το τέμπλο της. Ξεχωρίζει ο γυναικωνίτης με το ιδιόμορφο πτυχωτό στηθαίο και καφασωτό. Οι τοιχογραφίες της εκκλησίας χωρίζονται σε τρεις ζώνες και ανάμεσά τους βρίσκουμε την απεικόνιση στρατιωτικών αγίων όπως ο Άγιος Χριστόφορος, τη σκηνή της Αποκαθήλωσης και την εικόνα της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας και του αβά Ζωσιμά. Η εκκλησία φιλοξενεί επίσης μια παλιά εικόνα των Αρχαγγέλων που φαίνεται να χρονολογείται την εποχή που ιστορήθηκε ο ναός το 1842. Η συγκεκριμένη ημερομηνία αναγράφεται και σε επιγραφή στο βορεινό τοίχο του ναού που συνορεύει με το τέμπλο[1]. [1] Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 25.
Άγιος Δημήτριος στο Αετοχώρι Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά από την πλατεία του παραδοσιακού οικισμού του Αετοχωρίου, στη μεσημβρινή άκρη του χωριού και εντός του νεκροταφείου. Ο ναός ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώο (όπως οι περισσότεροι ναοί του 19ου αι. στην περιοχή) και κλειστό περίστωο. Χρονολογείται με βάση επιγραφή στο 1842, ενώ μια δεύτερη επιγραφή μας πληροφορεί ότι η τοιχογράφησή του έγινε το 1866, από οικογένεια λαϊκών ζωγράφων προερχόμενων από το χωριό Κρούσοβο, όπως άλλωστε και η αγιογράφηση των περισσότερων εκκλησιών της Άνω Αλμωπίας εκείνη την εποχή (βλ. Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ). Ο ναός έχει δύο εισόδους˙ στη νότια πλευρά διακρίνεται η πολύ χαμηλή πόρτα του ναού που προστάτευε την εκκλησία από τις επιδρομές έφιππων Τούρκων. Το άνοιγμα μικρών θυρών αποτελούσε συνήθη πρακτική στο χτίσιμο των εκκλησιών της Αλμωπίας επί τουρκοκρατίας (βλ. Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Γαρέφι, Ναός Αναλήψεως στο Θοδωράκι κα.). Η στέγη του είναι δίρριχτη καλυμμένη με σχιστολιθικές πλάκες, ενώ το κωδωνοστάσιο βρίσκεται εξωτερικά του ναού, εφαπτόμενο στη βορεινή πλευρά του περιστώου˙ σε αντίθεση με την περίπτωση του Αγίου Δημητρίου στη Ξιφιανή, το κωδωνοστάσιο εδώ είναι σύγχρονο με την εκκλησία[1]. Ο γυναικωνίτης αποτελείται από ξύλινο στηθαίο και καφασωτό και έχει σχήμα Π. Η οροφή του είναι ξύλινη λιτότερη σε διακόσμηση από τα πλάγια κλίτη και το τέμπλο του φιλοξενεί ξυλόγλυπτα βημόθυρα της Ωραίας Πύλης και τον Εσταυρωμένο. Ο ναός είναι επίσης, πλούσιος σε τοιχογραφίες μεγάλης έκτασης. Στον βορεινό τοίχο σώζονται τοιχογραφίες που χωρίζονται σε δύο ζώνες: στην πάνω ζώνη απεικονίζεται ο κύκλος των παθών και στην κάτω μία σειρά από αγίους[2].  Η κόγχη του ιερού φιλοξενεί τοιχογραφία της Πλατυτέρας. Τέλος, στη στέγη θα βρούμε σημάδια από βλήματα. [1] Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 29.[2] Ibid.   Το επίπεδο προστασίας του ναού είναι αρκετά χαμηλό. Τα σημάδια της χρόνιας υποβάθμισης είναι εμφανή στον σκεπαστό προαύλιο χώρο του ναού (ιδιαίτερα στη στέγη του  η οποία σε κάποιο σημείο έχει υποκατασταθεί με λαμαρίνες), στις τοιχογραφίες, στον γυναικωνίτη και στο γνωστό τετραώροφο καμπαναριό του που έχει πλέον καταρρεύσει[1]. Ιδιαίτερα το τελευταίο είναι αναγκαία η άμεση παρέμβαση και αναστύλωσή του. Ο ναός στο σύνολό του χρήζει άμεσων και εκτεταμένων εργασιών συντήρησης και στερέωσης, οι οποίες θα πρέπει να γίνουν κατόπιν συνεννοήσεως με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. [1]Εδώ μπορούμε να δούμε το καμπαναριό πριν καταρρεύσει http://lyk-exapl.pel.sch.gr/PhotoGal/topos_mas/aetoxori/aetox_gal.html  Δεν είναι κηρυγμένο μνημείο. 
Άγιος Ιωάννης στο Άνω Λουτράκι Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική με υπερώο και χαγιάτι. Αν και έχει υποστεί νεότερες μετασκευές, όπως η κατεδάφιση του πυργοειδούς καμπαναριού, εσωτερικά έχει διατηρηθεί η αρχική εικόνα του μνημείου, ο βόρειος και ο νότιος τοίχος και τα δύο επιστήλια των κιονοστοιχιών, που είναι κατάγραφα με τοιχογραφίες των τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα. Χαρακτηριστική είναι η αφθονία των ηχητικών αγγείων σε όλο το μήκος των πλαγίων τοίχων. Το τέμπλο διασώζει αξιόλογο γραπτό και γλυπτό φυσιοκρατικό διάκοσμο. Σύμφωνα με την παράδοση η ανέγερση του ναού τοποθετείται περίπου στο 1800 και τα περισσότερα στοιχεία υποδηλώνουν μια εποχή γύρω στα μέσα του 19ου αι.  Οι τοιχογραφίες δεν είναι σε καλή κατάσταση, έχουν υποστεί φθορές από τον χρόνο αλλά και από άτομα που σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και φορέων της περιοχής συνήθιζαν να σκάβουν τους τοίχους των εκκλησιών για να βρουν λίρες. Σε κακή κατάσταση βρίσκεται και ο γυναικωνίτης (πάτωμα, κάγκελα, σκάλες). Μετά από την ερήμωση του Άνω Λουτρακίου ο ναός δεν είναι ενεργό κομμάτι της καθημερινότητας των ντόπιων αλλά έχει σημαίνων χαρακτήρα για την τοπική ταυτότητα της περιοχής και ιδιαίτερα για όσους κατάγονται από τον οικισμό.  Το μνημείο λόγω της σπουδαιότητάς του έχει κηρυχθεί προστατευόμενο με την ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ36/11358/374/16-3-1999 ΦΕΚ 312/Β/5-4-1999. Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Άγιος Νικόλαος Στην Ίδα Ο Άγιος Νικόλαος βρίσκεται μέσα στο χωριό της Ίδας. Ο ναός φαίνεται να χτίστηκε το 1885, χρονολογία την οποία συναντάμε σε τοιχογραφίες στο εσωτερικό του. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής και διαθέτει δύο εισόδους στη δυτική και νότια πλευρά. Η στέγη του είναι δίρριχτη, καλυμμένη με σχιστολιθικές πλάκες με αποτμήσεις στη δυτική και ανατολική κορυφή. Όπως και στην περίπτωση του Αγίου Δημητρίου στη Ξιφιανή, το κωδωνοστάσιο είναι μεταγενέστερο του ναού. Η οροφή της εκκλησίας είναι ξύλινη νταμπλαδωτή, ενώ στο κεντρικό κλίτος εικονίζεται ο Παντοκράτωρ. Το τέμπλο είναι ξύλινο με ζωγραφικό διάκοσμο και το εσωτερικό της εκκλησίας είναι κατάγραφο, με τοιχογραφίες ακόμα και στα τόξα των επιστηλίων. Ανάμεσα στις τοιχογραφίες του ναού συναντάμε τον Μυστικό δείπνο, τη προσευχή του Χριστού, την Προδοσία, τον πριονισμό του Προφήτη Ησαία και τους οίκους του Ακαθίστου, η έγερση του Λαζάρου, τα εισόδια της Θεοτόκου κα. Σε κάποιες τοιχογραφίες αναφέρεται ως χρονολογία δημιουργίας το 1885[1].  [1] Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 23.
Αρχαίος οικισμός Αλώρου Σύμφωνα με τον Περίπλου του αρχαίου ιστορικού Ψευδο-Σκύλακα που κατάγεται από τα Καρύανδα (στίχος 66), ο Άλωρος συμπεριλαμβάνεται στις σημαντικές πόλεις του κράτους των Μακεδόνων. Η πρώτη πόλη της Μακεδονίας είναι το Ηράκλειον (σημ. Πλαταμώνας) και ακολουθούν το Δίον, η Πύδνα, πόλις Ἑλληνίς, η Μεθώνη, πόλις Ἑλληνίς, ο ποταμός Αλιάκμων, ο Άλωρος και ο ποταμός Λουδίας, η πόλη Πέλλα όπου η έδρα του βασιλείου και όπου φθάνει κάποιος αναπλέοντας τον Λουδία[1]. Ο Άλωρος επομένως είναι ένας από τους σημαντικούς οικισμούς της Αλμωπίας κοντά και βορειοδυτικά της Πέλλας, πρωτεύουσας του Μακεδονικού κράτους. Αναπτύσσεται πάνω σε οχυρό λόφο, ο οποίος περιβάλλεται από τον Άνω Λουδία ή Αλμωπαίο ποταμό προσφέροντας την δυνατότητα επόπτευσης ολόκληρης της πεδιάδας αλλά και ελέγχου της επικοινωνίας με τις νότιες και ανατολικές περιοχές μέσω του ποταμού[2].  Ο πρωτοπόρος Έλληνας αρχαιολόγος Ν. Παπαδάκης (ο οποίος ανέδειξε τον οικισμό), υποστηρίζει ότι ο οικισμός του Αλώρου ταυτίζεται με την Ευρωπό, τη μία από τις τρεις πόλεις της Αλμωπίας[3], ενώ λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα από τον οικισμό, στην ανατολική όχθη του Άνω Λουδία υπάρχει η αρχαία πόλη Μενηίδα[4]. Αν και τα ερείπια του οικισμού είχαν εντοπιστεί ήδη από το 1913[5], η ανασκαφική τους έρευνα ξεκίνησε μόλις το 1996 και μάλλον αποσπασματικά, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουν επέλθει σημαντικές φθορές, κυρίως στην οχύρωση του οικισμού. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ανασκαφικής έρευνας, ο οικισμός κατοικείται από την  Ύστερη Εποχή του Χαλκού μέχρι και τα Υστερορρωμαϊκά χρόνια, ενώ έχει εντοπιστεί και νεκροταφείο τύμβων της Εποχής του Σιδήρου. Αποθήκη με λαξεύματα για τη στήριξη των πίθων, εργαστήριο και μεγάλος αριθμός πήλινων αγνύθων αποκαλύφθηκαν στο νοτιοδυτικό λοφίσκο εσωτερικά του τείχους, τα οποία ανήκουν στους προχωρημένους Ελληνιστικούς χρόνους. Ο οχυρωματικός περίβολος χρονολογείται στην Παλαιοχριστιανική περίοδο, θεμελιώνεται όμως πάνω σε αναλημματικές οχυρωματικές κατασκευές παλαιότερων περιόδων. Είναι κατασκευασμένος με αργούς λίθους, τμήματα κεραμιδιών και πίθων από τα κτήρια των παλαιότερων περιόδων και συνδετικό ασβεστοκονίαμα. Το δυτικό τείχος έχει μήκος 155 μ. και το πλάτος του στην τελευταία περίοδο των Υστερορρωμαϊκών χρόνων είναι 2,10 μ. στα νότια και 1,40 μ. στα βόρεια[6]. Στο δυτικό όριο η οχύρωση ξεπερνά 5μ σε ύψος[7]. Η πύλη έχει μορφή διπλής κόγχης σχήματος επιμήκους Π διαστάσεων 7,00 x 7,80 μ. Στην πύλη και στο τείχος αμέσως βόρεια της υπάρχουν τοίχοι των Υστερορρωμαϊκών χρόνων αλλά και της Ελληνιστικής περιόδου[8]. Στη νοτιοδυτική γωνία της πύλης, κάτω από τα ‘’ασβεστόκτιστα’’ τμήματά της αποκαλύφθηκαν μέρη κατασκευασμένα με λιθοπλίνθους από πελλαίο ασβεστόλιθο, εδεσσαικό τραβερτίνη και από το τοπικό ηφαιστειογενές πέτρωμα[9]. Από τα οικιστικά κατάλοιπα εντός των τειχών αναγνωρίζονται και τμήματα που χρονολογούνται στην Εποχή του Σιδήρου[10]. Παρόλο που η ακριβής χρονολόγηση των φάσεων των τειχών του οικισμού του Αλώρου είναι δύσκολη (όπως άλλωστε και το έργο της χρονολόγησης εν γένει όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες πηγές), μπορούμε να  υποθέσουμε ότι το ασβεστόκτιστο τείχος κατασκευάστηκε για την αντιμετώπιση άμεσων κινδύνων όπως οι  βαρβαρικές επιδρομές, λόγω του ότι αποτελεί μια ιδιαίτερα γρήγορη κατασκευή[11]. [1] Τζιφόπουλος, Γ.Ζ., ‘’Ιστορικό διάγραμμα της Μεθώνης’’, στο Τζιφόπουλος Γ.Ζ. (επιμ.), Μεθώνη Πιερίας Ι: Επιγραφές, χαράγματα και εμπορικά σύμβολα στη γεωμετρική και αρχαϊκή κεραμική από το ‘Υπόγειο’ της Μεθώνης Πιερίας στη Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 16.[2] Χρυσοστόμου, Α., ‘’Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της Αλμωπίας κατά το 1997’’, ΑΕΜΘ 11, 1997, σελ. 145-152· idem,  ‘’Οι νεότερες έρευνες στο δυτικό τείχος του αρχαίου οικισμού, νοτιοανατολικά του Αλώρου Αλμωπίας’’, ΑΕΜΘ 15, 2001, 537-548.[3] Χρυσοστόμου, Α., ‘’Οι νεότερες έρευνες στο δυτικό τείχος του αρχαίου οικισμού, νοτιοανατολικά του Αλώρου Αλμωπίας’’, ΑΕΜΘ 15, 2001, σ. 537-538.[4] Χρυσοστόμου, Π., ΑΕΜΘ 14, 2000, σ. 455-471.[5] Παπαδάκις, Ν., Εκ της Άνω Μακεδονίας, Αθήνα, 1913, σελ. 454.[6] Χρυσοστόμου, Α.,  ‘’Οι νεότερες έρευνες στο δυτικό τείχος του αρχαίου οικισμού, νοτιοανατολικά του Αλώρου Αλμωπίας’’, ΑΕΜΘ 15, 2001, σ. 537-548.[7] Χρυσοστόμου, Α., Αρχαία Αλμωπία: από τα προιστορικά έως τα πρωτοβυζαντινά χρόνια, Θεσσαλονίκη, Παμμακεδονική Ένωση-Παράρτημα Αλμωπίας, 1994 σ. 50.                [8] Χρυσοστόμου, Α.,  ‘’Οι νεότερες έρευνες στο δυτικό τείχος του αρχαίου οικισμού, νοτιοανατολικά του Αλώρου Αλμωπίας’’, ΑΕΜΘ 15, 2001, σ. 537-548.[9] Ibid. σ. 544.[10] Ibid. σ. 537-548.[11] Ibid.  Τα ερείπια του αρχαίου οικισμού βρίσκονται σε έναν λόφο πάνω από το χωριό Άλωρος. Η πρόσβαση είναι εύκολη με το κατάλληλο όχημα αλλά θέλει προσοχή καθώς τους χειμερινούς μήνες το έδαφος διαβρώνεται και δημιουργεί μεγάλες λακούβες. Η σήμανση είναι επαρκής, ταμπέλες υπάρχουν στον Άλωρο, στην Ξιφιανή και στον δρόμο προς τον οικισμό. Στα θετικά πρέπει να προστεθεί η ξεχωριστή θέα προς την κοιλάδα.  Ο αρχαίος οικισμός του Αλώρου είναι κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος από το 1998 (ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/58165/3458 π.ε./19-6-1998 - ΦΕΚ 690/Β/8-7-1998 και ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/ 58165/3458 π.ε./19-6-1998 - ΦΕΚ 1068/Β/12-10-1998). Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Αρχαίος οικισμός Αψάλου Ο Αρχαίος οικισμός της Αψάλου βρίσκεται λίγο έξω από το ομώνυμο χωριό στη νότια Αλμωπία. Η περιοχή ονομάστηκε Άψαλος από τις λέξεις άπτομαι και άλς δηλαδή ακουμπώ στην θάλασσα, με την ονομασία να προέρχεται από την μορφολογία του εδάφους καθότι παλαιότερα η περιοχή ήταν παραλιακή[1]. Ο γεωγράφος του 2ου μ.Χ. αι. Κλαύδιος Πτολεμαίος (Γ΄13,24) αναφέρει ως σημαντικά κέντρα των Αλμώπων τις πόλεις Όρμα, Ευρωπό και Άψαλο. Η κατοίκηση στην Άψαλο είναι διαχρονική. Τα πρώτα ίχνη της χρονολογούνται από την 6η χιλιετία π.Χ., ενώ τα αρχαιολογικά ευρήματα βεβαιώνουν την σχεδόν αδιάλειπτη συνέχισή της μέχρι και σήμερα. Στις θέσεις ‘Κόμβος’ και ‘Γραμμή’ η κατοίκηση ανάγεται στη Νεολιθική περίοδο και ανιχνεύεται μέχρι και τα Υστερορρωμαϊκά χρόνια[2], ενώ στην ‘Τούμπα Αψάλου’ δυτικά του χωριού χρονολογείται από την Κλασική εποχή έως και την Πρωτοβυζαντινή[3]. Ο οικισμός που αποκαλύφθηκε στη θέση ‘Γραμμή’ βρίσκεται βορειοανατολικά του σημερινού χωριού και χρονολογείται στη Μέση Νεολιθική περίοδο (5800/5600 - 5400/5300 π.Χ.). Ανήκει στον τύπο των επίπεδων – εκτεταμένων οικισμών  και οι κατοικίες που ανασκάφηκαν στην κατηγορία των υπόσκαφων κτισμάτων. Πρόκειται δηλαδή για λαξευμένους λάκκους διαστάσεων έως 5x4,20μ. με τοιχώματα και στέγη κατασκευασμένα από πασσάλους και κλαδιά. Εκτός από τον παραπάνω τύπο υπήρχαν και πασσαλόπηκτες οικίες, ενώ στον οικισμό έχουν ανασκαφεί και δύο ορύγματα μεγάλων διαστάσεων, σε μήκος πάνω από 13 μ., πλάτος 8 μ. και σε βάθος 5,30 μ., κατασκευές που είναι γνωστές στη βιβλιογραφία ως τράφοι. Τα ευρήματα ήταν κυρίως κεραμική, λίθινα και οστέινα εργαλεία (λεπίδες, πελέκεις, τριπτήρες, κρουστήρες, μυλόπετρες), μεγάλος αριθμός λίθινων και πήλινων πεσσών που δηλώνουν την εκτεταμένη ενασχόληση των κατοίκων με το κυνήγι, ενώ βρέθηκαν πολλά υφαντικά βάρη, πηνία, και σφονδύλια, ενδεικτικά της άσκηση της υφαντουργίας. Βρέθηκαν τέλος οστρέινες χάνδρες και βραχιόλια. Στη θέση ‘Κόμβος’ εντοπίστηκε μια ακόμη νεολιθική οικιστική εγκατάσταση (λάκκοι υπόσκαφων οικιών και ορύγματα αποσπασματικά διατηρημένα), η οποία χρονολογείται στην Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο (6500 - 5900/5800 π.Χ.). Σημαντική ανακάλυψη εδώ ήταν ένας κεραμικός κλίβανος της Ύστερης Εποχή του Χαλκού (1600-1100 π.Χ.), καθώς και αρκετοί απορριμματικοί λάκκοι. Ανήκουν προφανώς στον εργαστηριακό χώρο ενός όμορου προς νότο οικισμού, ο οποίος όμως δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Ο κλίβανος είναι κυκλικός διαμέτρου 1,15 μ. και ο λάκκος του θαλάμου θέρμανσης διανοιγμένος μέσα στο φυσικό έδαφος. Η εσχάρα πάνω από το λάκκο σώζεται ακέραιη. Πρόκειται για κλίβανο εξελιγμένης τεχνολογίας που απαντάται στην περιοχή της Μεσογείου, είναι όμως ακόμη σπάνιος στη Μακεδονία[4]. Εκτός από τα παραπάνω, βρέθηκαν ακόμη τμήμα δρόμου και τάφοι της Υστερορρωμαϊκής περιόδου. Τέλος, στη θέση ‘Βέρπεν’[5] νοτιοανατολικά της Αψάλου αποκαλύφθηκε αρχαίος οικισμός που τοποθετείται χρονικά από την Ύστερη Ελληνιστική μέχρι και την Παλαιοχριστιανική περίοδο. Βρέθηκαν ακόμη κεραμοσκεπείς τάφοι, ενώ ανασκάφηκε και τύμβος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού ή της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου. Ο τύμβος αυτός με περίβολο είχε διάμετρο 15 μ. Τα ευρήματα ήταν περιορισμένα, διακρίνεται όμως αμφορέας -μάλλον ταφικός- και σιδερένιο μαχαιρίδιο. [1] Σαλαμάνη, Β., Ιστορία της Αλμωπίας και ανάλυση αξιοσημείωτων περιοχών της, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ιστορίας.[2] Χρυσοστόμου, Α., Α. Γεωργιάδου Χ. Πολουκίδου & Α. Προκοπίδου, ‘’Ανασκαφικές έρευνες στην επαρχιακή οδό Αψάλου – Αριδαίας κατά το 2000’’, ΑΕΜΘ 14, 2000, σελ. 491-504· Χρυσοστόμου Α. & Α. Γεωργιάδου,  ‘’Επαρχιακή οδός Αψάλου – Αριδαίας. Η σωστική ανασκαφή στον Κόμβο της Αψάλου’’, ΑΕΜΘ 15, 2001, σελ. 525-536· Χρυσοστόμου, Α., Χ. Πολουκίδου & Α. Προκοπίδου, ‘'Επαρχιακή οδός Αψάλου – Αριδαίας. Η ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού στη θέση Γραμμή’’, ΑΕΜΘ 15, 2001, σελ. 511-523.[3] Χρυσοστόμου, Α., ΑΔ 47, Μέρος Β’ 2 Χρονικά,1992, σελ. 459. [4] Λόγω της εξαιρετικής του διατήρησης ο κλίβανος αποκολλήθηκε και μεταφέρθηκε στο Μουσείο Πέλλας [Χρυσοστόμου, Α. & Α. Γεωργιάδου,  ‘’Επαρχιακή οδός Αψάλου – Αριδαίας. Η σωστική ανασκαφή στον Κόμβο της Αψάλου’’, ΑΕΜΘ  15, 2001, σελ. 531].[5] Χρυσοστόμου, Α., ‘’Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της Αλμωπίας κατά το 1997’’, ΑΕΜΘ 11, 1997, σελ. 141-143. Εκ των πραγμάτων ο οικισμός δεν είναι επισκέψιμος μιας και είναι όλος καλυμμένος εκ νέου με χώμα, για λόγους προστασίας και συντήρησης. Ωστόσο, το μέρος είναι εύκολα προσβάσιμο και ο χωματόδρομος που μας οδηγεί στο σημείο του οικισμού είναι βατός.     Οι αρχαίοι οικισμοί στην Άψαλο έχουν κηρυχτεί αρχαιολογικοί χώροι [ΥΑ ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ 17/26707/1328/16-3-2012 - ΦΕΚ 104/ΑΑΠ/3-4-2012 (θέσεις «Γραμμή» και «Κόμβος»), ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/61249/3494 π.ε./31-3-1999 - ΦΕΚ 425/Β/22-4-1999 (θέση ‘Βέρπεν’) και ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/32546/225/7-5-1996 - ΦΕΚ 572/Β/16-7-1996, ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/ 32546/225/7-5-1996 - ΦΕΚ 833/Β/11-9-1996 (θέση «Τούμπα»)]. Υπάγονται στην Αρχαιοτήτων Πέλλας.  Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Αρχαιότητες στην Περίκλεια Η Περίκλεια αποτελεί ένα μικρό οικισμό σε υψόμετρο 580 μέτρων μεταξύ των βουνών Τζένας και Πάικου, μόλις 7,5 χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Στην Περίκλεια και συγκεκριμένα στο λόφο του Αγίου Αθανασίου έχει αποκαλυφθεί οικισμός και νεκροταφείο Ελληνιστικών χρόνων[1]. [1] Χρυσοστόμου, Α., ΑΔ 52, Β΄2 Χρονικά, 1997, σελ. 727-728· idem, ΑΔ 56-59, Β΄2 Χρονικά, 2001-2004, σελ. 391. Το μνημείο είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Από την επιτόπια έρευνα διακρίνονται ελάχιστα ίχνη από τον οικισμό ή το νεκροταφείο. Δεν είναι επισκέψιμο και συν τοις άλλοις, λίγοι γνωρίζουν που ακριβώς βρίσκεται. Χαρακτηριστικό είναι ότι για να πάρουμε οδηγίες για το σημείο, είναι ευκολότερο να ρωτήσουμε για την εκκλησία του Αγ. Αθανασίου που βρίσκεται δίπλα στις αρχαιότητες. Το οδικό δίκτυο είναι σε καλή κατάσταση, αλλά απουσιάζει σχετική σήμανση.  ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/46553/2884/19-11-1997 - ΦΕΚ 1080/Β/5-12-1997. Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας.  Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Παλαιός Μύλος Σωσάνδρα Οι νερόμυλοι στη Σωσάνδρα ανήκουν σε έναν ιδιαίτερο τύπο που δεν απαντάται συχνά. Πρόκειται για έναν τετράμυλο και έναν εξάμυλο, οι οποίοι χρονολογούνται στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου  αιώνα. Η παρουσία των τεσσάρων και έξι αντίστοιχα ζευγαριών μυλόλιθων αποδεικνύει την πλούσια παραγωγή αλευριού και την εύρωστη οικονομία που στηριζόταν σε αυτήν. Ανκαι πρόκειται για δύο σημαντικά μνημεία, σημείο αναφοράς, της παρελθούσας βιοτεχνικής παραγωγής της περιοχής, δυστυχώς σήμερα κείτονται ερημωμένα και σκεπασμένα από την άγρια βλάστηση. Και τα δύο μνημεία έχουν κηρυχθεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία, καθώς αποτελούν μαρτυρία της εξέλιξης της ντόπιας λαϊκής αρχιτεκτονικής αλλά και δείγμα της βιοτεχνικής και βιομηχανικής αρχιτεκτονικής που διασώθηκε στην περιοχή. Ο Παλαιός Μύλος της Σωσάνδρας βρίσκεται δέκα λεπτά από την Αριδαία. Οδικώς η πρόσβαση είναι εύκολη αλλά δεν υπάρχει καθόλου σήμανση. Τα δέντρα και η πυκνή βλάστηση καθιστούν δύσκολο τον εντοπισμό του. Αν και έχει ακόμα νερό, το μνημείο είναι πλήρως υποβαθμισμένο, το μεγαλύτερο κομμάτι του έχει καταρρεύσει και όπως φαίνεται από την έρευνα πεδίου ελάχιστοι γνωρίζουν τη θέση και την ύπαρξή του.  Και τα δύο μνημεία έχουν κηρυχθεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία, ΥΑ ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/293/29/22-1-1988 - 90/Β/19-2-1988. Υπάγεται στην Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Γέφυρα στο Άλωρο Νότια του αρχαίου οικισμού του Αλώρου, βρίσκεται η τοξωτή πέτρινη γέφυρα που ένωνε την επαρχία Αλμωπίας με αυτήν των Γιαννιτσών. Φέρει το όνομα ‘‘Γέφυρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου’’, αν και χρονολογικά είναι κατά πολύ μεταγενέστερο[1]. Πρόκειται για πολύτοξο γεφύρι με τουλάχιστον τρία ημικυκλικά τόξα. Κατά μια εκδοχή ίσως είχε πέντε τόξα και συνολικό μήκος πάνω από 50μ[2]. Χρονολογείται πιθανότατα στη μεταβυζαντινή εποχή, παρά το όνομα με το οποίο είναι γνωστό[3]. Δυστυχώς το γεφύρι έχει υποστεί σημαντικές καταστροφές, καθώς ανατινάχτηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Είναι κτισμένο με πωρολιθικές πέτρες, ενώ ελάχιστα έχει χρησιμοποιηθεί και σχιστόλιθος. Σήμερα έχει μείνει μόνο ένα τόξο, το δυτικότερο. Οι διαστάσεις του είναι μήκος 12 μ., πλάτος 2 μ., ύψος 4,70 μ. και άνοιγμα τόξου 5,70 μ. Το μέγιστο ύψος του πάντως υπολογίζεται ότι θα πρέπει να ήταν πάνω από 8 μ. Τα βάθρα των τόξων είναι εξαγωνικής διατομής και φέρουν επισκευές διαφόρων χρονολογικών φάσεων, γεγονός που πιθανόν προσδιορίζει την ανοικοδόμησή του στον 18ο αι.[4]. [1] Χρυσοστόμου, Α., ‘’Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της Αλμωπίας κατά το 1997’’, ΑΕΜΘ 11, 1997, σελ. 146.[2] Γ.Π. Τσότσος (1997), Μακεδονικά γεφύρια. Τοπογραφία, αρχιτεκτονική, ιστορία, λαογραφία, Θεσσαλονίκη, σελ. 117.[3] Χρυσοστόμου Α. (1997), «Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της Αλμωπίας κατά το 1997», Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη 11, σελ. 146.[4] Τσότσος (1997), Μακεδονικά γεφύρια. Τοπογραφία, αρχιτεκτονική, ιστορία, λαογραφία, Θεσσαλονίκη, σελ. 118. Σε επίπεδο συντήρησης και προστασία ο βαθμός υποβάθμισης είναι υψηλός. Δυστυχώς το μνημείο ερειπώνεται και χρήζει άμεσης επέμβασης. Σήμερα σώζεται μόνο το ένα από τα τρία τόξα, ενώ και από τα βάθρα στήριξης ένα έχει αντικατασταθεί με τσιμεντένια κατασκευή. Το οδικό δίκτυο είναι σε σχετικά καλή κατάσταση αλλά παρόλα αυτά απαιτεί όχημα με τετρακίνηση.  Δεν είναι κηρυγμένο μνημείο. 
Αρχαιότητες στους Νερόμυλους Οι οικισμοί Νερόμυλοι και Πρόδρομος διαχωρίζονται από έναν παραπόταμο του Αλμωπαίου ποταμού ή Άνω Λουδία, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν η κινητήριος δύναμη για μεγάλο αριθμό νερόμυλων και στα δύο χωριά. Η αρχαία θέση στο λόφο ‘Γκορίτσα’ έκτασης 112 στρεμμάτων, βρίσκεται μεταξύ των δύο οικισμών[1]. Πολλά και σημαντικά ευρήματα προέρχονται από το σημείο (νομίσματα, αγγεία, πήλινα ειδώλια κ.λπ.) αλλά και παραδόσεις, όπως η επιτύμβια στήλη της Κασσάνδρας και μιας αναθηματικής που αφορά σε αφιέρωση βωμού[2]. Ο οικισμός των Νερόμυλων διαθέτει επίσης οχύρωση, ενώ ευρήματα στο σημείο πιστοποιούν την ύπαρξη οικοδομημάτων κεραμοσκεπών, αποθηκευτικών χώρων, εργαστηρίων και χώρων λατρείας[3]. Ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ένα κεφάλι γυναικείου ειδωλίου, μία χάλκινη πόρπη, ένα ανάγλυφο αγγείο, ένα ακέραιο λυχνάρι του 3ου αι. π.χ., μία πήλινη ενεπύγραφη αγνύθα, ένα λατρευτικό πήλινο ειδώλιο φιδιού, ενεπίγραφα τμήματα κεραμιδιών και τμήμα μήτρας για την παραγωγή ανάγλυφων ελληνιστικών αγγείων[4]. Κατά τις ανασκαφικές εργασίες αποκαλύφθηκαν δωμάτια οικιών με πηλόχριστα ή βοτσαλωτά δάπεδα που χρονολογούνται στον 3ο αι. μ.Χ. Η κατοίκηση όμως ανάγεται σε παλαιότερες περιόδους. Ήδη κατά την Ελληνιστική περίοδο (τέλος 4ου – 1ος αι. π.Χ.) υπήρχε εδώ αξιόλογος οικισμός, ενώ έχουν αποκαλυφθεί τεκμήρια που ανάγουν τη χρονολόγηση στην Υστεροκλασική περίοδο (4ος αι. π.Χ.). Φαίνεται επομένως ότι πρόκειται για μια σημαντική πόλη της περιοχής κατά την ύστερη αρχαιότητα. Αυτό, επίσης, διαπιστώνεται και από το πρώτο μελετητή που αντιλήφθηκε τη σημασία του χώρου Ν. Παπαδάκη στο άρθρο «Εκ της Άνω Μακεδονίας», στο οποίο διαπιστώνει ρητά ο μελετητής ότι υπάρχουν ίχνη και τεμάχια αγγείων που είναι χρονολογήσιμα μέχρι και το 5ο αιώνα π.χ. Αυτό, ωστόσο, που παρατηρείται είναι ότι κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Γαλλικός Στρατός επέλεξε τη τοποθεσία για οχυρό, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν υλικά από τα ίχνη που περιγράφει προγενέστερα ο μελετητής Παπαδάκης. Το αποτέλεσμα ήταν να μην καταστεί εφικτό να διασωθεί ένα πολύ μεγάλο μέρος των λειψάνων αυτών και πιο πρόσφατα το 1994 παρατηρήθηκε νέο κρούσμα αρχαιοκαπηλίας[5]. Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα είναι το εκτεταμένο νεκροταφείου τύμβων της Εποχής του Σιδήρου που έχει αποκαλυφθεί στον λόφο Γκορίτσα δυτικά του Προδρόμου. Οι χωμάτινοι τύμβοι είχαν διάμετρο που κυμαινόταν από 13-16,50  μ. και ύψος από 1,30 - 1,50 μ. Δυστυχώς βρέθηκαν συλημένοι. Στον Τύμβο ΙΙΙ εντοπίστηκε ελλειψοειδής τάφος κτισμένος με 11 ορθοστάτες και με δρόμο στα ανατολικά μήκους 1,80 μ. και πλάτους 1,00 μ. Οι δύο ορθοστάτες ανατολικά υπερείχαν του τύμβου, έτσι ώστε να λειτουργούν ως ταφικό σήμα. Τα ευρήματα, κυρίως κεραμική αλλά και κοσμήματα και σιδερένια όπλα, τοποθετούν τη χρήση του νεκροταφείου στον 9ο αι. π.Χ. [1] Χρυσοστόμου, Α. & Ε. Στεφανή, ‘’Σωστικές ανασκαφές στην κοινότητα Νερόμυλων – Προδρόμου Αλμωπίας κατά το 1994’’, ΑΕΜΘ 8, 1994, σελ. 91-99.[2] Ibid. σ. 92.[3] Χρυσοστόμου, Α., Αρχαία Αλμωπία: από τα προϊστορικά έως τα πρωτοβυζαντινά χρόνια, Θεσσαλονίκη, Παμμακεδονική Ένωση-Παράρτημα Αλμωπίας, 1994, σ. 54.[4] Ibid.[5] Χρυσοστόμου, Α. & Ε. Στεφανή, ‘’Σωστικές ανασκαφές στην κοινότητα Νερόμυλων – Προδρόμου Αλμωπίας κατά το 1994’’, ΑΕΜΘ 8, 1994, σελ. 91-99. Για να φτάσουμε στον αρχαίο οικισμό περνάμε την Ίδα και ακολουθούμε τις σχετικές πινακίδες. Η πρόσβαση στον λόφο είναι εύκολη από βατό χωματόδρομο και η σήμανση είναι επαρκής με ταμπέλες τόσο έξω από τον οικισμό όσο και μέσα στους Νερόμυλους. Το μνημείο δεν είναι επισκέψιμο. Ενδιαφέροντα όμως στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την αναβάθμιση του επιπέδου επισκεψιμότητας είναι οι αγροτικές εκτάσεις γύρω από τον λόφο Γκορίτσα, με ελαιώνες, ρογδιές, καθώς και η θέα από τον λόφο.Από την κορυφή του λόφου Γκόριτσα βλέπουμε Βόρεια τις κορυφές των χωριών Πίνοβο και Τζένα και τα χωριά Πρόδρομος και Θηριόπετρα. Ανατολικά βλέπουμε το βουνό Πάικο ενώ δυτικά τον κάμπο της Αλμωπίας και στο βάθος το Καιμακτσαλάν. Ο λόφος περικλείεται από ελαιώνες, ροδιές και ροδακινιές, ενώ στον δρόμο προς τον οικισμό συναντάμε άγρια τριαντάφυλλα τα οποία χρησιμοποιούνται ως αφέψημα με πολύ καλές ιδιότητες.Στον λόφο ο οικισμός δεν είναι εμφανής. Έχει πυκνή βλάστηση η οποία δυσκολεύει την κίνηση και δεν υπάρχει μονοπάτι. Η θέση υπέστη σημαντική καταστροφή κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και σχετικά πρόσφατα με την παραχώρηση εκτάσεων δυτικά του λόφου σε πολιτικούς πρόσφυγες. Σήμερα από τον οχυρωματικό περίβολο σώζονται ελάχιστα και γενικά το μέρος χαρακτηρίζεται από πλήρη υποβάθμιση.  ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/19178/931/22-6-1996 -ΦΕΚ 608/Β/22-7-1996 και  ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/19178/931/22-5-1996 - ΦΕΚ 834/Β/11-9-1996. Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Νεκροταφείο Τύμβων στην Κωνσταντία Ο οικισμός της Κωνσταντίας απέχει δέκα περίπου χιλιόμετρα από την Αριδαία. Η αρχαία του ιστορία μαρτυρείται από το νεκροταφείο τύμβων που απλώνεται στους πρόποδες του Πάικου μέσα σ’ ένα καταπράσινο τοπίο ανάμεσα σε κτηνοτροφικές μονάδες και χώρους σταβλισμού ζώων.Το νεκροταφείο τύμβων στην Κωνσταντία χρονολογείται, με βάση τα ευρήματα, στην Εποχή του Σιδήρου, η χρήση του όμως φτάνει μέχρι την Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο[1]. Αμέσως ανατολικά στην πλαγιά του λόφου βρίσκονται τα κατάλοιπα  του σύγχρονου με το νεκροταφείο οικισμού, ιδρυμένου πάνω στον πιο σύντομο αρχαίο δρόμο που ένωνε την Αλμωπία με τη Βοττιαία[2].  Πρόκειται για την αρχαιότερη εγκατάσταση στην περιοχή,αν και όχι η τελευταία, καθώς λείψανα οικισμών Ελληνιστικών έως και Παλαιοχριστιανικών χρόνων έχουν εντοπιστεί εδώ. Επίσης στην κορυφή Μύτακας πάνω από το νεκροταφείο υπάρχει λιθόκτιστο φρούριο, αβέβαιης όμως χρονολόγησης. Οι τύμβοι του νεκροταφείου ανέρχονται σε 40. Έχουν διάμετρο που κυμαίνεται από 8 έως 14μ. και είναι κατασκευασμένοι με μεγάλους αργούς λίθους και χώμα, που συγκρατούνται με μεγαλύτερους στην περιφέρειά τους. Σε κάθε τύμβο υπήρχε ένας τάφος. Πρόκειται για λιθόκτιστο μονόχωρο θάλαμο με φράγμα εισόδου στην ανατολή και σύντομο δρόμο στη συνέχειά του σε μήκος που έφτανε έως τα 2,85μ. Ο τάφος με τύμβο χρησιμοποιείται για αλλεπάλληλες οικογενειακές ταφές και η χρήση του θα μπορούσε να ξεπερνά το διάστημα εκατονταετιών. Από τα κτερίσματα των ταφών διακρίνονται οι χάλκινες οκτώσχημες και τοξωτές πόρπες ώμου και κεφαλής, οι περόνες, οι σφηκωτήρες και τα βραχιόλια, οι λίθινες, γυάλινες αλλά και χάλκινες ψήφοι, τα σιδερένια μαχαιρίδια και ακόνια, τα σφονδύλια και φυσικά κεραμική, όπως τα χαρακτηριστικά της εποχής κανθαρόσχημα αγγεία.  [1] Χρυσοστόμου, Α., ‘’Το νεκροταφείο των τύμβων εποχής Σιδήρου στην Κωνσταντία Αλμωπίας Νομού Πέλλας’’, ΑΕΜΘ 9, 1995, σελ. 155-163· idem, ‘’Κωνσταντία 1998-2000: Το νεκροταφείο των τύμβων και η ευρύτερη περιοχή’’, ΑΕΜΘ 14, 2000, σελ. 503-518 (βλ. και ιστοσελίδα http://odysseus.culture.gr/h/3/gh352.jsp?obj_id=6364).[2] Η περιοχή της Βοττιαίας, φαίνεται να εκτεινόταν  στην περιοχή γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών, στη πεδιάδα δηλαδή ανάμεσα στον Λουδία, τον Αλιάκμονα και τον Αξιό. Βλ. Talbert, R. J. A. (επιμ.), Barrington Atlas of the Greek and Roman World, Princeton University Press, 2000, χάρτης 50, B3. Το επίπεδο συντήρησης και προστασίας των τύμβων είναι χαμηλό. Σε κάποιους μπορούμε να διακρίνουμε τις πέτρες που αποκαλύπτουν το ακριβές σημείο του τάφου αλλά σε άλλους είναι σχεδόν αδύνατο λόγω της πυκνής βλάστησης. Το οδικό δίκτυο είναι καλό, ακόμα και στα σημεία που συναντάμε χωματόδρομο και η σήμανση είναι επαρκής με πινακίδες τόσο στο σημείο του νεκροταφείου όσο και στη διαδρομή από Κωνσταντία και Εξαπλάτανο. Επιτόπιες συζητήσεις με βοσκούς της περιοχής και κατοίκους της Κωνσταντίας μας έδωσαν να καταλάβουμε ότι το μνημείο δεν έχει κάποιο σημαίνοντα ρόλο στη ζωή της τοπικής κοινότητας, παρόλο που είναι αναγνωρίσιμο τουλάχιστον από τους γηραιότερους. Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 ΦΕΚ 153/28-6-2002).
Σπηλαιοβάραθρο Λουτρακίου Το Σπηλαιοβάραθρο αποτελεί ένα εκ των σημαντικότερων σπηλαίων του σπηλαιοπάρκου των Λουτρών. Έχει μήκος 50μ. και είναι διανοιγμένο σε ασβεστολιθικό υπόβαθρο. Στο εσωτερικό του έχουν βρεθεί ευρήματα κεραμικής που χρονολογούνται στη Νεώτερη Νεολιθική Περίοδο, ενώ στο βαθύτερο σημείο του βαράθρου βρέθηκε ο σκελετός ενός άνδρα αγνώστου -μέχρι στιγμής- ‘‘απόλυτης’’ ηλικίας (ιστορική περίοδος). Αντίθετα, οι έρευνες έδειξαν ότι η ‘‘βιολογική’’ του ηλικία θα μπορούσε να κυμαίνεται μεταξύ 40 και 50 χρονών[1]. Λόγω του σκελετού, το σπήλαιο παρουσιάζει μεγάλο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον στοιχείο του σπηλαίου είναι το βάραθρο, το οποίο μάλιστα φωτίζεται από ψηλά από μια οπή στο βράχο. Οι σπηλαιοσχηματισμοί της περιοχής εμφανίστηκαν πριν χιλιάδες χρόνια όταν η στάθμη των υδάτων έφτανε στο επίπεδο των εισόδων των σπηλαίων πριν ακόμα σχηματιστεί η πεδιάδα της Αριδαίας[2]. Τα σπηλαιοκαταφύγια χρονολογούνται από τα όστρακα (θραύσματα κεραμικής), στο τέλος της Νεολιθικής εποχής και της Εποχής του Χαλκού και χρησιμοποιούνταν είτε ως μόνιμες κατοικίες είτε ως εποχικοί χώροι διαβίωσης για τους κτηνοτρόφους της περιοχής[3]. Το σύμπλεγμα των σπηλαίων ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του ’90. Αποτελείται από δεκαπέντε περίπου σπήλαια κατά μήκος του ρέματος του Αγίου Νικολάου[4] με μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον. Τα σπήλαια είναι τα εξής (η περιγραφή παρατίθεται αυτούσια από την πηγή):Βάραθρο (Σπηλαιοβάραθρο)Σπήλαιο Α (Άγιος Γεώργιος): Ένα από τα μεγαλύτερα σπήλαια της περιοχής. Η μεγάλη αίθουσα του παρατηρούσε μια λατρεία άγνωστης εποχής.Σπήλαιο Β: Το μεγαλύτερο σπήλαιο του συμπλέγματος με νεολιθικά ευρήματα και με ενδείξεις χρησιμοποίησης του από τον άνθρωπο.Σπήλαιο Γ: Μικρό σπήλαιο κοντά στο βάραθρο όπου στην είσοδό του υπάρχει βραχογράφημα.Σπηλαιοκαταφύγιο Δ: Είναι από τα μεγαλύτερα στο είδος του. Έχει δυο εισόδους.Σπηλαιοκαταφύγιο Ε: Στα μαυρισμένα τοιχώματα του υπάρχουν οι σημαντικότερες βραχογραφίες της περιοχής.Σπηλαιοκαταφύγιο Ζ: Είναι μεγάλων διαστάσεων. Βρέθηκαν απολιθώματα της καφετιάς αρκούδας και κεραμικά.Σπηλαιοκαταφύγιο Ζα: Πολύ εντυπωσιακό και μεγάλων διαστάσεων. Υπάρχουν βραχογραφίες και επιγραφές.Σπήλαιο Η: Στον εξωτερικό βράχο υπάρχουν λαξεύματα, παλαιότερα βρέθηκαν και Ρωμαϊκά νομίσματα.Σπήλαιο Θ: Πρόκειται για μια τεράστια ρωγμή σε κατακόρυφο βράχο. Σε ύψος 25m μέσα στη σχισμή διανοίγεται το σπήλαιο.Σπήλαιο Ι: Έχει καταστόλιστο μικρό διάδρομο από καθαρό λευκό σταλακτικό και σταλαγμιτικό υλικό.Σπηλαιοβάραθρο Κ: Βρίσκεται στα κάθετα βράχια 15m πάνω από το σπήλαιο Α.Σπηλαιομορφή Λ: Πρόκειται για ένα αγωγό με μορφή σχισμής που διαπερνά τον βράχο μήκους 7m κάτω από το σπήλαιο Α.Σπηλαιομορφή Μ: Είναι ένα μεγάλο άνοιγμα με την μορφή εισόδου προς κάποιο σπήλαιο.Σπηλαιώδη Ανοίγματα: Στην καρστικοποιημένη περιοχή υπάρχουν σπηλαιώδη ανοίγματα, αγωγοί, στοές, καρστικές ρωγμές και πιθανόν περισσότερα έγκοιλα[5]. Πρόκειται ουσιαστικά για εγκοίλα ποικίλων διαστάσεων και σχημάτων, τα οποία παρουσιάζουν παλαιοντολογικό-παλαιοοικολογικό ενδιαφέρον λόγω της πληθώρας των σκελετικών στοιχείων που ανήκαν κυρίως στην προϊστορική σπηλαία άρκτο (Ursus spelaeus) του είδους Ursus Ingressus. Χρονολογούνται στο Πλειστόκαινο και συγκεκριμένα στην τελευταία παγετώδη περίοδο Würm (80.000 – 10.000 χρόνια πριν από σήμερα). Σήμερα το είδος αυτό έχει πλέον εκλείψει. Τα σπήλαια παρουσιάζουν επίσης και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Με βάση τα κεραμικά ευρήματα και τα λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στο εσωτερικό τους, αποδεικνύεται ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο περιστασιακά ως καταφύγια κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο και την Πρώιμη Χαλκοκρατία. Πρόκειται για τα λεγόμενα βραχοκαταλύματα (rockshelters).Από τα σημαντικότερα, είναι το σπήλαιο Α΄, το οποίο ονομάζεται και ‘‘Αρκουδοσπηλιά’’. Η σημερινή είσοδος του σπηλαίου είναι μεταγενέστερη, καθώς το μικρό μέγεθός της δεν θα επέτρεπε στις ευμεγέθεις αρκούδες να εισέλθουν στο εσωτερικό. Φαίνεται ότι ο Νεολιθικός άνθρωπος σχετίζεται με την διάνοιξή της, καθώς ένα τμήμα της είναι διαμορφωμένο τεχνητά. Αξιόλογο, κυρίως για τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις, είναι και το σπήλαιο Β΄, γνωστό και ως ‘‘Αποθήκη των Ανταρτών’’. Επιφανειακά και σε όλη την έκτασή του εντοπίζεται στρώμα καύσης και κεραμική της Νεώτερης Νεολιθικής περιόδου.  Άλλα σπήλαια είναι το ‘Αύρα’, των ‘Κεραμικών’ και το σπήλαιο ‘Πλότσα’. Το όνομα του σπηλαίου ‘Αύρα’ οφείλεται στο εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο ‘Αύρα’, το οποίο χρονολογείται τον 19ο αι.[6] Και στα τρία αυτά τελευταία έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικές επιχώσεις. Όπως μαθαίνουμε βέβαια, κάποια στιγμή, ένα μέρος των επιχώσεων αφαιρέθηκε ενώ καταστράφηκε και μια σειρά από σημαντικά στοιχεία[7]. [1] Πιτσιος, Θ., ‘’Ο ανθρώπινος σκελετός στο Σπηλαιοβάραθρο των Λουτρών Λουτρακίου Αριδαίας’’, 5ο Διεθνές Συνέδριο, Αθήνα-Κρήτη, 7-11 Νοεμβρίου 1994, Ανάπτυξη, εξέλιξη και περιβάλλον σπηλαίων και Υπουργείο Πολιτισμού, http://odysseus.culture.gr.[2] Καρασαββίδης,Π, Δημιουργία του Ψηφιακού Ανάγλυφου της Περιοχής των Λουτρών Αριδαίας Ν. Πέλλας σε Περιβάλλον ArcGIS, Μεταπτυχιακή Διατριβή, Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Τομέας Κτηματολογίου, Φωτογραμμετρίας και Χαρτογραφίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2010, σ. 24.[3] Χρυσοστόμου, Α., Αρχαία Αλμωπία: από τα προιστορικά έως τα πρωτοβυζαντινά χρόνια, Θεσσαλονίκη, Παμμακεδονική Ένωση-Παράρτημα Αλμωπίας, 1994, σ. 34.[4] Καμπούρογλου, Ευ., Ι. Μπασιάκος &Δ Μπούζας, ‘’Παλαιοντολογική – Ιζηματολογική ανασκαφική έρευνα 2004 και χρονολογικές μελέτες σπηλαίου Α΄ Λουτρακίου Αριδαίας’’, ΑΕΜΘ 18, 2004, σελ. 573-589· Παππά, Σ., Μελέτη των γαλακτικών δοντιών αρκούδων του Πλειστοκαινίου από το σπηλαιοπάρκο Αλμωπίας και από σπήλαια της Ευρώπης. Συστηματική-βιοστρωματογραφία, 2010, Μεταπτυχιακή εργασία ειδίκευσης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (http://digital.lib.auth.gr/record/125389). Βλ. και την  ιστοσελίδα http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=19264.[5] Καρασαββίδης,Π, Δημιουργία του Ψηφιακού Ανάγλυφου της Περιοχής των Λουτρών Αριδαίας Ν. Πέλλας σε Περιβάλλον ArcGIS, Μεταπτυχιακή Διατριβή, Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Τομέας Κτηματολογίου, Φωτογραμμετρίας και Χαρτογραφίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2010, σ. 25-26.[6] Πηγή: http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=19264[7] Βαξεβανόπουλος,Μ, Πέννος, Χ., Γκαρλαούνη, Χ., Πεχλιβανίδου, Σ., Ζαχαριάδης, Σ., ‘’ Προοπτικές βελτίωσης των τουριστικά διευθετημένων σπηλαίων στην Ελλάδα’’, Πρακτικά 4ου Παγκρήτιου Σπηλαιολογικού Συνεδρίου 25-26 Οκτωβρίου, 2008, σ. 4. [https://www.academia.edu/3501641, ημερομηνία ανανέωσης 10/3/2015] Παρόλο που το σπήλαιο είχε αξιοποιηθεί τουριστικά κατά το παρελθόν, το μνημείο δεν είναι επισκέψιμο στην παρούσα φάση και η κατάστασή του είναι ιδιαίτερα υποβαθμισμένη (αξιοσημείωτο είναι ότι στα πλαίσια του Lhi-Lna II θα χρηματοδοτηθούν μελέτες για την ανάδειξη του). Το μνημείο έχει μεγάλη παιδευτική αξία λόγω της ιστορίας του και μαζί με τα υπόλοιπα σπήλαια της λουτρόπολης αποτελεί το σημαντικότερο ίσως μνημείο παλαιοντολογικού και ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος στην Αλμωπία. Λόγω των Λουτρών ο επισκέπτης του Σπηλαιοβάραθρου μπορεί να βρει πάντα: καταλύματα, χώρους εστίασης, περιπατητικές διαδρομές κ.α. Το συμβολικό του κεφάλαιο για την τοπική κοινωνία είναι τεράστιο και αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή μνημεία της ευρύτερης περιοχής.  Υπάγεται στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας - Σπηλαιολογίας Βόρειας Ελλάδος. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Κάστρο Χρυσής Το κάστρο της Χρυσής ταυτίζεται με την πόλη Μογλενά, έδρα του ομώνυμου βυζαντινού θέματος αλλά και επισκοπής από τον 11ο τουλάχιστον αιώνα[1]. Ο παλαιότερος γνωστός επίσκοπος είναι ο όσιος Ιλαρίων, το 1134 περίπου, ο οποίος πεθαίνει και θάβεται στα Μογλενά γύρω στο 1164. Επίσης, σύμφωνα με τον περιηγητή Delacoulonche, στη θέση του φρουρίου βρισκόταν η πόλη Ευρωπός. Αυτή τη θέση υιοθέτησε έπειτα η αρχαιολόγος Δ. Ευγενίδου (ανασκαφική έρευνα 1985-87). Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη προχριστιανικών αρχαιοτήτων στον χώρο του φρουρίου[2]. Στον αντίποδα ο Ν. Παπαδάκης υποστήριξε το 1913, ότι η πόλη Ευρωπός, ήταν χτισμένη στη θέση του αρχαίου οικισμού του Αλώρου[3].Το κάστρο χρονολογείται στον 10-12ο αι., αλλά είναι πιθανόν η χάραξη και οικοδόμησή του να τοποθετείται σε παλαιότερους χρόνους. Η νότια και νοτιοανατολική πλευρά του διατηρούνται καλύτερα, αν και ανιχνεύεται ολόκληρη η περίμετρός του. Ο οικισμός στο εσωτερικό καταλάμβανε έκταση 40 στρεμμάτων περίπου, φαίνεται όμως ότι εκτεινόταν και εξωτερικά στα ανατολικά του. Εντός των τειχών έχει ανασκαφεί τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα. Στην κόγχη σώζονται ίχνη τοιχογραφιών και ψηφιδωτού δαπέδου, αλλά και σύνθρονο. Τα θραύσματα γλυπτών που αποκαλύφθηκαν, αν και αποσπασματικά, μαρτυρούν πλούσιο διάκοσμο. Τα παραπάνω στοιχεία, αλλά και οι μεγάλες διαστάσεις της βασιλικής οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για τον επισκοπικό ναό της πόλης. Τα Μογλενά αναφέρονται ως επισκοπή από τον 11ο αι. στα σιγίλλια του Βασιλείου του Β΄ που ορίζουν τις επισκοπές της αρχιεπισκοπής της Αχρίδας. Έξω από το κάστρο εντοπίστηκε και ο κοιμητηριακός ναός κτισμένος στον τύπο του ελεύθερου σταυρού. Διατηρούνται ίχνη από τον τοιχογραφικό διάκοσμο στο εσωτερικό του, ενώ εκτός από τον κτιστό κιβωτιόσχημο τάφο στην κεντρική κεραία εσωτερικά, εξωτερικά του ναού ανασκάφηκαν συνολικά 53 τάφοι, από τους οποίους 13 παιδικοί.  Ανατολικά της Χρυσής, στο Θεοδωράκι, βρίσκεται ένα ακόμη φρούριο με οχύρωση Παλαιοχριστιανικών χρόνων με σειρά λιθόκτιστων χώρων στο εσωτερικό του[4]. [1] Ευγενίδου, Δ., ‘’Το κάστρο της Χρυσής και το Θέμα των Μογλενών’’, στο Αμητός: Τιμητικός τόμος για τον Μανόλη Ανδρόνικο, Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 325-344· idem, ‘’Ανασκαφές στη βυζαντινή Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, Σέρβια και Μογλενά’’, ΑΕΜΘ 1, 1987, σελ. 63-68· Βλ. και ιστοσελίδα http://odysseus.culture.gr/h/3/gh352.jsp?obj_id=19897.[2] Χρυσοστόμου, Α., Αρχαία Αλμωπία: από τα προιστορικά έως τα πρωτοβυζαντινά χρόνια, Θεσσαλονίκη, Παμμακεδονική Ένωση-Παράρτημα Αλμωπίας, 1994, σ. 50.[3] Ibid.[4] Χρυσοστόμου, Α., ΑΔ 48, Β΄2 Χρονικά, σελ. 375· idem, ΑΔ 56-59 (2001-2004), Β΄2 Χρονικά, 1993, σελ. 359-360. Η πρόσβαση στο μνημείο είναι ομαλή αλλά η σήμανση είναι ελλιπής. Σώζονται σε ύψος πάνω από 7 μ δύο ελλειψοειδείς, ένας στρογγυλός και ένας τετράγωνος πύργος, καθώς και η εσοχή της πύλης. Η τοιχοποιία αποτελείται από πέτρες και τρεις σειρές σπασμένων πλίνθων στους κάθετους αρμούς, ενώ στον οριζόντιο αρμό υπάρχει μια ακανόνιστη σειρά. Η χρήση των πλίνθων είναι πιο πυκνή στους πύργους και αραιότερη στα μεσοπύργια διαστήματα. Γύρω από τα τείχη υπάρχει πυκνή βλάστηση που δυσχεραίνει την πρόσβαση στο πάνω μέρος του τείχους, ενώ η βάση ενός μεγάλου κομματιού του τείχους είναι κατεστραμμένη (πιθανώς από ανθρώπινη παρέμβαση). Η θέα από το κάστρο είναι εντυπωσιακή˙ δυτικά διακρίνεται ο Βόρας και η Ξιφιανή με τον λόφο του Αγ. Δημητρίου. Νότια βλέπουμε τη Χρυσή, ανατολικά τον Εξαπλάτανο και βόρειο-ανατολικά τα βουνά Τζένα και Πίνοβο. Δίπλα από το κάστρο περνάει ο Αλμωπαίος ποταμός.  Πρόκειται για βυζαντινό μνημείο και η θέση αποτελεί κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο (ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ36/68102/2652/4-12-1979 - ΦΕΚ188/Β/25-2-1980). Υπάγεται στην Εφορία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Λαογραφικό Μουσείο Το Λαογραφικό Μουσείο στεγάζεται σήμερα σε καινούργιο πέτρινο οίκημα πάλι δίπλα από το ποτάμι των Λουτρών και φιλοξενεί μια πλούσια λαογραφική συλλογή καθώς και συλλογή πετρωμάτων. Ανάμεσα στα εκθέματα λαογραφικού ενδιαφέροντος βρίσκουμε παλιές ζυγαριές, σίδερα σιδερώματος, ραπτομηχανές, σκεύη και εργαλεία για οικιακές χειροτεχνικές εργασίες, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συλλογή με παραδοσιακές ενδυμασίες της περιοχής. Στο παρελθόν το μουσείο φιλοξενούσε μικρή αρχαιολογική συλλογή που περιλάμβανε λίθινα προϊστορικά εργαλεία, αντικείμενα της Εποχής του Σιδήρου, νομίσματα (ελληνιστικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά, Τουρκοκρατίας[1]), καθώς και παλαιοντολογικά ευρήματα από τα σπήλαια των Λουτρών. [1] Η εν λόγω συλλογή διακρίνεται εδώ, http://www.pella-net.gr/default.asp?page=219 [ημερομηνία ανανέωσης 26/5/2015]. Η κοινότητα Λουτρακίου είχε αναγνωριστεί κάτοχος διαφόρων αντικειμένων από το Υπουργείο Πολιτισμού με την υπ’ αρ. απόφαση ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α2/Φ25-Φ22/1730/59/28.1.1993. Χρυσοστόμου, Α., ΑΔ 47, Β΄2 Χρονικά, 1992, σελ. 459-460. Το μουσείο είναι στην παρούσα φάση κλειστό.  -
Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Το κτίριο του παλιού Σιδηροδρομικού Σταθμού στην Αριδαία, γνωστό και ως ‘’τρενάκι της Καρατζόβας’’, κτίστηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, όταν οι σύμμαχοι της Entente κατασκεύασαν στη Μακεδονία γραμμές στενού πλάτους 1,60μ. Decauville (από το όνομα του Γάλλου εφευρέτη μηχανικού Paul Decauville / 1846-1922), για την εξυπηρέτηση των αναγκών του 1ου Παγκοσμίου πολέμου. Μια από αυτές ήταν και η γραμμή Σκύδρας - Αριδαίας μήκους 28 χιλιομέτρων, η οποία λειτούργησε από το 1916 μέχρι το 1936[1]. Το σύστημα Decauville χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ ευρεία χρήση γνώρισε και κατά τη δεκαετία του ’50 ιδιαίτερα για την κάλυψη των μεταφορικών αναγκών σε ναυπηγεία, λατομεία και άλλες βιομηχανικές μονάδες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, βασικοί σταθμοί συνδεόμενοι μέσω του Decauville, ήταν η Σκύδρα, η Αριδαία, η Ξιφιανή, η Πολυκάρπη, η Άψαλος και η Όρμα. Από εκεί τα εφόδια έφευγαν με καμιόνια προς Προμάχους, Λυκόστομο, Κάτω Λουτράκι κι έπειτα μεταφέρονταν με κάρα μέχρι το μέτωπο[2]. Η σημασία του σιδηροδρομικού δικτύου, φάνηκε στη μεγάλη μάχη του Μογλενίτσα τον Σεπτέμβριο του 1918 που οδήγησε στην κατάρρευση του γερμανοβουλγαρικού μετώπου[3]. Λόγω της ευελιξίας και της μεταφορικής ικανότητας των Decauville σε αντίξοες γεωμορφολογικές συνθήκες, η ταχύτητα ανεφοδιασμού πολλαπλασιάστηκε κι έτσι ο σχεδιαζόμενος -από τον Γάλλο στρατηγό Franchet d’Esperey- αιφνιδιασμός των γερμανο-βουλγαρικών στρατευμάτων, κατέστη εφικτός[4]. Σήμερα το κτήριο του σταθμού έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα κτίρια σταθμών Decauville και από τα ελάχιστα μνημεία που μαρτυρούν την ακτινοβολία της Ελληνικής Κοινότητας στην πρόσφατη απελευθερωτική περίοδο.Το 2002 ο σταθμός μετατράπηκε σε Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και φιλοξενεί μια ποικιλία εκθεμάτων, από παλαιοντολογικά ευρήματα μέχρι έργα τέχνης εμπνευσμένα από την φυσική και πολιτισμική κληρονομιά της Αλμωπίας. Στο ισόγειο βρίσκεται το τμήμα του περιβάλλοντος όπου ο επισκέπτης μπορεί να ενημερωθεί λεπτομερώς σχετικά με τη πλούσια χλωρίδα των βουνών της Πέλλας, το τμήμα παλαιοντολογίας όπου εκτίθενται ευρήματα από τα σπήλαια των Λουτρών Λουτρακίου όπως οστά από την αρκούδα του Σπηλαιοβάραθρου, Ursus Speleaus καθώς και απολιθώματα φυτικών και ζωικών οργανισμών. Τέλος στον πάνω όροφο, στεγάζεται η βιβλιοθήκη του μουσείου καθώς και ένας λαογραφικός χώρος όπου εκτίθενται παραδοσιακές φορεσιές της Αλμωπίας. [1] Παπαδημητρίου, Δ., ‘’Το τρένο στη Βόρεια Ελλάδα. Η εξέλιξη της σιδηροδρομικού δικτύου από την κατασκευή της πρώτης γραμμής έως σήμερα’’, Επτά Ημέρες (Καθημερινή), 15 Οκτωβρίου 1995, σελ. 8-9.[2] Αστρανίδης, Γ., Ένα τρένο μικρό, Μια μεγάλη ιστορία, Αριδαία, 2013, σ. 49.[3] Ibid. σ. 30-31.[4] Ibid. σ. 46-47. Το κτίριο του μουσείου βρίσκεται σε άριστη κατάσταση. Κατά την περίοδο της έρευνας πεδίου δεν ήταν ανοιχτό προς το κοινό αλλά είναι επισκέψιμο και μάλιστα με ξεχωριστό ενδιαφέρον, κυρίως στο πεδίο της παιδευτικής του αξίας για την τοπική κοινωνία και τη νεολαία της περιοχής.  Το κτήριο του σταθμού, που φιλοξενεί το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αριδαίας, έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΥΑ ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/1711/31933/23-6-1992 -ΦΕΚ 461/Β/15-7-1992). Υπάγεται στην Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Ιερά Μονή Αγίου Ιλαρίωνα Προμάχων Ο Όσιος Ιλαρίων[1] ήταν ο παλιότερος γνωστός επίσκοπος των Μογλενών. Τον 12ο αι. ίδρυσε προς αντιμετώπιση των αιρέσεων, μία μονή αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους πιθανότατα κοντά στην περιοχή των Προμάχων. Η μονή αυτή όμως καταστράφηκε επί τουρκοκρατίας όπως μαθαίνουμε από τους ντόπιους. Όπως επισημαίνεται, ο Άγιος Ιλαρίων ήταν ο μεγαλύτερος πολέμιος της αίρεσης των Βογομίλων[2]. Λέγεται ότι εκεί μόνασε πλήθος μοναχών υπό την κατήχηση και τη διδασκαλία του Αγίου[3]. Με τη καταστροφή της μονής από τους Τούρκους το όνομα του αγίου Ιλαρίωνος ξεχάστηκε για να αναβιώσει μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας[4].Η ομώνυμη μονή σήμερα στους Προμάχους είναι νεώτερης κατασκευής. Αναστηλώθηκε πρόσφατα ενώ το καθολικό της εγκαινιάστηκε το 2012. Σήμερα είναι  γυναικείο μοναστήρι και φιλοξενεί τρεις μοναχές.Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την ανέγερση του ναού εντοπίστηκαν ευρήματα που υποδηλώνουν ότι στην ίδια θέση υπήρχε Παλαιοχριστιανικό κτήριο που πιθανότατα χτίστηκε πάνω σε ένα προηγούμενο ειδωλολατρικό ιερό, πιθανόν της Αρτέμιδος Αγροτέρας[5]. [1] Ευγενίδου, Δ., ‘’Ανασκαφές στη βυζαντινή Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, Σέρβια και Μογλενά’’, ΑΕΜΘ 1, 1987, σελ. 63-68.[2] Μαρτάκης, Α. Μ., Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ Αλμωπίας του Νομού Πέλλας, Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ Αλμωπίας, 2006, σ. 18.  Οι Βογομίλοι πήραν το όνομά τους από τον Βούλγαρο Ιερέα Βογομίλ που έζησε στα μέσα του 10ου αιώνα στη Βουλγαρία. Ο Βογομιλισμός ήταν βαθιά επηρεασμένος από το αιρετικό ρεύμα του Παυλικιανισμού και όπως ο τελευταίος είχε κερδίσει κάποιο έρεισμα μεταξύ αγροτικών πληθυσμών. Οι Βογομίλοι εχθρεύονταν την εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως και την εργασία που ήταν αφιερωμένη στον Κύριο και καλούσαν σε αντίσταση των φτωχών απέναντι στη κυβέρνηση και τους πλούσιους. Αποτέλεσαν έναν πραγματικό πονοκέφαλο για τη κυβέρνηση της εποχής και μάλιστα ήρθαν σε ένοπλη σύγκρουση μαζί της παρόλο που θεωρητικά απέρριπταν τη βία. Βλ. Χαραλαμπάκης, Π., ‘’Παυλικιανισμός και Βογομιλισμός: θρησκευτικές αιρέσεις και λαϊκά κινήματα’’, Ε-Ιστορικά, Δεκέμβριος 2011, σ. 49-84.[3] Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ, Ο άγιος Ιλαρίων, Ιερά Μονή Αγίου Ιλαρίωνος Προμάχων, 2015.[4] Ibid.[5] Χρυσοστόμου, Α., ΑΔ 45, 1990, σελ. 372· idem, ΑΔ 56-59, Β΄2 Χρονικά, 2001-2004, σελ. 477. Τόσο η παλιά μονή όσο και ο προαύλιο χώρος της βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση. Στα κτίσματα και τον υπαίθριο δομημένο χώρο της Μονής κυριαρχεί η πέτρα και το ξύλο.Η Μονή ανοίγει τις πόρτες της καθημερινά 09:00-13:00 και 16:00-18:00 τον χειμώνα και 09:00-13:00 και 17:00-20:00 το καλοκαίρι. Σύμφωνα με τις μοναχές, η μονή έχει μεγάλη επισκεψιμότητα και στήριξη από τους ντόπιους. Η σχέση της με την κοινωνία των Προμάχων φαίνεται καλή, με τρανή απόδειξη το πανηγύρι του Αγίου Ιλαρίωνος στις 21 Οκτώβρη, όπου η μονή γεμίζει με πιστούς που κουβαλάνε πανέρια και άρτους προς τιμήν του θαύματος με τους πέντε άρτους (συγκεκριμένα την παραμονή του πανηγυριού). Η μονή γιορτάζει επίσης τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο στις 29 Ιουνίου.  Η παλιά Μονή υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ Η Μονή Αρχαγγέλου αποτελεί ένα από τα πιο καλά διατηρημένα ιστορικά μνημεία της Αλμωπίας. Η ίδρυσή της χρονολογείται στα τέλη του 18ου - αρχές 19ου αιώνα και σε αυτήν οφείλει το όνομά του το χωριό Αρχάγγελος που βρίσκεται σε απόσταση λίγων λεπτών από τη μονή (το παλιό του όνομα ήταν Όσσιανη). Είναι αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και αυτή τη στιγμή φιλοξενεί πέντε μοναχούς, ενώ λέγεται ότι τα πρώτα χρόνια ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο` επίσης λέγεται ότι το μοναστήρι είναι χτισμένο πάνω σε αρχαίο ιερό αφιερωμένο στη Θεά Άρτεμη[1]. Η αρχαιολόγος Μ. Παπαγεωργίου[2] μάλιστα, πιθανολογεί ιερό ρωμαϊκών χρόνων της Αρτέμιδος Αγροτέρας, παρόλο που δεν υπάρχουν επιφανειακά παλιότερα ευρήματα[3]. Η μονή βρίσκεται σε λοφίσκο της κοιλάδας της βόρειας Αλμωπίας, περιτριγυρισμένη από πλούσιο φυσικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει κέδρους, καστανιές, καρυδιές, πλατάνια, κερασώνες, λιμνούλες και μικροκαταράχτες. Γνωστό είναι μάλιστα το γεφυράκι, που διασχίζει το ρέμα που βρίσκεται δίπλα στη μονή.Το μοναστήρι, λέγεται ότι χρησίμευσε ως καταφύγιο και ορμητήριο οπλαρχηγών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα, μεταξύ των οποίων ο καπετάν Ματαπάς και ο Καπετάν Μιχάλης Δράγας[4]. Στον χώρο της μονής, φιλοξενούνται επίσης τα ιερά λείψανα επιφανών μαρτύρων και αγίων της εκκλησίας, καθώς και η γνωστή εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ[5].Η μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είναι τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο φωταγωγό, νάρθηκα, υπερώο και τρίπλευρο προστώο. Ο ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο εξακίονες κιονοστοιχίες, με  χρωματιστές κολώνες που ενώνονται με καμαρωτές ξυλοδεσίες από μπαγδατί[6]. Η οροφή του ναού είναι καμαρωτή στο κεντρικό κλίτος, ενώ στα πλάγια κλίτη είναι επίπεδη και ξύλινη (αντικαταστάθηκε το 1996 λόγω καταστροφών). Εξωτερικά της εκκλησίας υπάρχουν διακοσμητικά ανάγλυφα: στη βορειοδυτική γωνία του περιστώου διακρίνεται μία κριοκεφαλή, στη βορειοανατολική ίχνη από κατεστραμμένο ανάγλυφο, στη δυτική πλευρά υπάρχει ανάγλυφος σταυρός και στην ανατολική πλευρά υπάρχει ένα πτηνό (πιθανώς αετός)[7].Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο σύνολό τους το 1888, βάσει επιγραφών, ενώ εντυπωσιακό είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο που χρονολογείται το 1860. Το τέμπλο έχει πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο και εικόνες που απλώνονται σε τέσσερις επάλληλες ζώνες. Η πρώτη σειρά των εικόνων περιλαμβάνει δώδεκα Δεσποτικές εικόνες όπου φιλοξενούνται η Αγία Νεομάρτυς Χρυσή η Μογλενίτισσα, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο Άγιος Ιλαρίων, το εν Χωναίς θαύμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, η Παναγία, ο Χριστός, ο Άγιος Δημήτριος, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ φιλοτεχνημένος από αγιορείτες αγιογράφους, ο Άγιος Γεώργιος ο Νέος ο Καππαδόκης και ο Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυρας ο εξ Ιωαννίνων.  Οι δύο επόμενες και μεσαίες σειρές του τέμπλου φιλοξενούν σαρανταέξι εικόνες μικρότερου μεγέθους ενώ η τελευταία ζώνη διαθέτει εννέα[8]. Οι τοιχογραφίες του ναού είναι εξίσου εντυπωσιακές αν και η φυσική φθορά κυρίως λόγω της υγρασίας είναι εμφανής. Οι αγιογραφίες του καθολικού, θεωρούνται έργα των Κρουσοβιτών αγιογράφων Ευαγγέλου, Νικολάου και Αναστασίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες του νότιου τοίχου, λόγω της μοναδικότητάς τους μιας και δεν τους συναντάμε σε άλλους ναούς. Οι δύο πιο εντυπωσιακές απ’ αυτές είναι εμπνευσμένες από την Παλαιά Διαθήκη: η πρώτη αφορά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τη σφαγή των Εβραίων. Στη παράσταση εικονίζεται ο Αβδέ Μελέχ να κοιμάται κάτω από ένα δέντρο, ενώ από πάνω του κρέμεται ένα καλάθι γεμάτο σύκα˙ παράσταση πιστή στη σκηνή της Παλαιάς Διαθήκης. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η ίδια ακριβώς παράσταση υπάρχει και στον Ναό της Αγίας Παρασκευής στη Περίκλεια[9]. Στη δεύτερη εικόνα αναπαρίσταται το μαρτύριο του Προφήτη Ησαΐα υπό τη βασιλεία του Βασιλέως Σεδεκία. Ο Προφήτης εικονίζεται ανεστραμμένος με το κεφάλι κάτω να πριονίζεται από δύο δήμιους. Όπως επισημαίνεται η παράσταση συναντάται σε πολλούς ναούς των μέσων του προηγούμενου αιώνα[10]. Από την άλλη, στο βόρειο τοίχο του καθολικού του ναού, φιλοξενούνται σκηνές από τη ζωή του Χριστού, τα πάθη του καθώς και πλήθος Αγίων, κυρίως στη τρίτη κάτω ζώνη, από τις τέσσερις που κατατέμνουν τον βόρειο τοίχο. Άλλες δύο ζοφερές απεικονίσεις συναντάμε στον δυτικό τοίχο του καθολικού: στην πρώτη εικονίζεται ο ‘’αμαρτωλός άνθρωπος’’, ο οποίος βασανίζεται από τραγόμορφους διαβόλους, ενώ πιο αριστερά εικονίζεται ο Άγιος Ιγνάτιος, ανάμεσα σε δύο λιοντάρια έτοιμα να τον κατασπαράξουν. Αριστερά δίπλα στην είσοδο της εκκλησίας διακρίνεται το μαρτύριο της Αγίας Χρυσής, τοιχογραφία με ιδιαίτερη σημασία καθώς συνδέει τη λαϊκή εκκλησιαστική εικονογραφία με την αντίστοιχη αστική στα τέλη του 19ου αι[11]. Τέλος, στο εσωτερικό του ναού εντυπωσιάζει ο τεράστιος πίνακας με την Κοίμηση της Θεοτόκου και τον Ακάθιστο Ύμνο.Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο που οφείλουμε να αναφέρουμε είναι ο ρόλος του αριθμού 12, ο οποίος επαναλαμβάνεται διαρκώς σε πολλά σημεία του ναού: δώδεκα εικόνες στην πρώτη σειρά των εικόνων του τέμπλου, δώδεκα κίονες στις δύο κιονοστοιχίες που διαιρούν τον Ναό στα τρία κλίτη, δώδεκα κίονες στο περίστωο, δώδεκα παράθυρα, δώδεκα ημικίονες στο εξωτερικό τμήμα του Αγίου Βήματος, δώδεκα Άγιοι στο βόρειο τοίχο, δώδεκα Άγιοι στο νότιο τοίχο, δώδεκα και δώδεκα παραστάσεις εικοσιτεσσάρων οίκων του Ακάθιστου Ύμνου[1]. Ο αριθμός δώδεκα εικάζεται ότι συμβολίζει τη σημασία του έργου και της συμβολής των δώδεκα Αποστόλων [1] Μαρτάκης, σ. 29.[1] Μαρτάκης, Α. Μ., Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ Αλμωπίας του νομού Πέλλας, Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ Αλμωπίας, 2006, σ. 13.[2] Μ. Παπαγεωργίου, Μακεδονικά 9, 1969, σ. 48-62 και 58.[3] Χρυσοστόμου, Α., Ιστορική Τοπογραφία Αλμωπίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1997, σ. 478.[4] Ibid. σ. 12.[5] Ibid. σ. 7.[6] Ibid. σ. 19.[7] Ibid. σ. 16-17 και Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 25.[8] Μαρτάκης. σ. 30.[9]Ibid. σ. 62.[10] Ibid. σ. 62.[11] Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 26. Η πρόσβαση γίνεται από ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Ο χώρος έξω από τη μονή είναι πολύ ωραία διαμορφωμένος με δέντρα, γκαζόν, θέσεις για παρκινγκ και πολύ ωραία θέα προς την κοιλάδα της άνω Αλμωπίας. Το επίπεδο συντήρησης της μονής είναι αρκετά υψηλό, τόσο όσον αφορά το ίδιο το κτίριο όσο και το εσωτερικό του ναού, τις αγιογραφίες, τις τοιχογραφίες και τις κολώνες οι οποίες έχουν κρατήσει τα χρώματά τους.Η μονή είναι ανοιχτή καθημερινά 17:00-14:00 και 16:00-20:00 αλλά όπως και στην περίπτωση της Μονής Αγ. Ιλαρίωνος, φιλοξενεί κόσμο μόνο αν τον γνωρίζουν προσωπικά οι μοναχοί. Τα πανηγύρια της μονής λαμβάνουν χώρα στις 6 Σεπτέμβρη και στις 8 Νοέμβρη (Πανηγύρι Αρχαγγέλου Μιχαήλ). Στο πρώτο παρατίθεται γεύμα και συρρέει πλήθος κόσμου μεταξύ των οποίων και τοπικοί παράγοντες. Σύμφωνα με τους ντόπιους και τους μοναχούς, η Μονή Αρχαγγέλου φαίνεται να καταλαμβάνει μεγάλη συμβολική αξία για την τοπική ταυτότητα και χαίρει μεγάλου σεβασμού από τους κατοίκους της περιοχής. Σε συνδυασμό με τον παραδοσιακό οικισμό του Αρχαγγέλου αλλά και τα φυσικά και ιστορικά μνημεία της βόρειο-ανατολικής Αλμωπίας η επίσκεψη στην περιοχή αποτελεί μια από τις πιο ξεχωριστές εκδρομικές εμπειρίες. Το καταλληλότερο μέρος για διαμονή και φαγητό στην περιοχή είναι το χωριό του Αρχαγγέλου, όπου θα βρείτε ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες και παραδοσιακά καφενεία. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο βλάχικο χωριό με πλακόστρωτους δρόμους και πολύ ωραίο φυσικό περιβάλλον. Το χωριό έχει γύρω στους 700 μόνιμους κατοίκους, έχει σχολείο και αγροτικό ιατρείο και είναι γνωστό για τα κεράσια και τις πατάτες του.  Λόγω της σπουδαιότητάς του το μοναστήρι έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας που επεκτείνεται γύρω από το ναό και έχει ως όρια το δημόσιο δρόμο, το ρέμα, τον καταρράκτη, καθώς και τα προσκτίσματα του μοναστηριού (ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ36/15591/339/2-6-1995 - ΦΕΚ 579/Β/30-6-1995). Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Ναός της Αναλήψεως στο Θεοδωράκι Σύμφωνα με την παράδοση, η εκκλησία χτίστηκε το 1878, πάνω στα ερείπια της παλαιότερης εκκλησίας που κάηκε δύο φορές[1]. Πρόκειται για μία τρίκλιτη βασιλική με ανοικτή στοά στην δυτική και νότια πλευρά της. Όπως παρατηρείται και σε άλλους ναούς της περιοχής η κύρια πόρτα του ναού είναι χαμηλή προκειμένου να προστατεύσει την εκκλησία από επιδρομές έφιππων Τούρκων. Η στέγη είναι δίρριχτη και το κωδωνοστάσιο όπως και σε άλλες περιπτώσεις, εφάπτεται στη δυτική πλευρά του ναού. Στο εσωτερικό, στο μεσαίο κλίτος η οροφή είναι θολωτή ενώ στα πλάγια κλίτη είναι επίπεδη. Το ξυλότεμπλο είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, αγιογραφημένο από τον Ζωγράφο Εμμανούήλ Σταματιάδη το 1878, ενώ την προσοχή τραβάει συν τοις άλλοις και το ξύλινο στηθαίο του γυναικωνίτη του ναού, το οποίο έχει διακοσμηθεί από αγιορείτη ιερομόναχο και στο οποίο απεικονίζονται παραστάσεις από τον Ακάθιστο Ύμνο με κεντρική την Κοίμηση της Θεοτόκου[2].Οι τοιχογραφίες του ναού φιλοξενούν εικόνες του αβά Ζωσιμά και της Μαρίας της Αιγύπτιας με χρονολογία το 1884˙ οφείλουμε ωστόσο να σημειώσουμε ότι σε άλλη εικόνα στον πρόναο αναγράφεται ως χρονολογία το 1878[3]. Τέλος, δίπλα στην παλιά εκκλησία υπάρχει και νέος ναός που λειτουργεί από το 1989 με τον ίδιο ιερέα.  [1] Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 21-22.[2] Βλ. Ιστοσελίδα Δήμου Αλμωπίας[3] Ibid.  Όσον αφορά το διάκοσμο και τις αγιογραφίες, υπάρχει ελλιπής συντήρηση. Σε κάποιες εικόνες έχει καθαριστεί ένα μικρό μέρος με πρωτοβουλία ειδικού ερευνητή, όπως μαθαίνουμε από τον ίδιο τον ιερέα.Η εκκλησία βρίσκεται μέσα στο χωριό. Απ’ ότι μαθαίνουμε από τον ιερέα και τον πρόεδρο του τοπικού πολιτιστικού συλλόγου, η εκκλησία έχει ενεργό ρόλο στη τοπική καθημερινότητα. Η γιορτή που συνδέεται με τον ναό είναι το Κουρμπάνι (όπως και σε όλη την Αλμωπία) που λαμβάνει χώρα στις 18 Ιανουαρίου.  Λόγω της σπουδαιότητάς του το μνημείο έχει κηρυχθεί ως διατηρητέο και έργο τέχνης με ειδική κρατική προστασία (ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ36/50245/1183/7-1-1987 - ΦΕΚ 271/Β/2-6-1987). Υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας. Για κάθε ρύθμιση ή παρέμβαση στον χώρο του μνημείου και πέριξ αυτού πρέπει να έχει την σχετική άδεια του παραπάνω φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/28-6-2002). 
Άγιος Δημήτριος στη Ξιφιανή Ο ναός του Αγίου Δημητρίου στο λόφο της Ξιφιανής ιδρύθηκε, όπως μας πληροφορεί επιγραφή την περίοδο 1857-1858, στον αρχιτεκτονικό τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με χαγιάτι, νάρθηκα και εξωτερικά ανοικτή στοά στη νότια πλευρά της. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του ναού είναι η δίρριχτη στέγη του, καλυμμένη με σχιστολιθικές πλάκες, η οποία ανακαινίστηκε πρόσφατα με κινητοποίηση των ανθρώπων της περιοχής. Στο εσωτερικό του ναού ξεχωρίζει το ξυλόγλυπτο τέμπλο με σκαλισμένα μοτίβα από λουλούδια, κλαδιά και φύλλα, ο πολυγωνικός άμβωνας με ξυλόγλυπτα περιγράμματα και ο γυναικωνίτης με ιδιαίτερο ξύλινο στηθαίο και καφασωτό, ο οποίος όπως συνηθίζεται στις εκκλησίες της Πέλλας βρίσκεται στο δυτικό μέρος του ναού[1]. Οι τοιχογραφίες του ναού απεικονίζουν τον Χριστό (κόγχη προθέσεως), την Πλατυτέρα (κόγχη του ιερού) και σειρά από αγίους, ενώ οι φορητές εικόνες την Αγία Κυριακή (έτος δημιουργίας 1870) και τον Άγιο Νικόλαο (έτος δημιουργίας 1860)[2]. Το μεσαίο κλίτος του ναού καλύπτεται από ημικυλινδρική οροφή, ενώ τα πλάγια κλίτη του από επίπεδη και ξύλινη.Τέλος, το κωδωνοστάσιο αποτελεί ξεχωριστό κτίσμα στον εξωτερικό χώρο του ναού (ΝΑ) και χρονολογείται το 1919, όπως αναγράφεται και στην επιγραφή. Ευρύτερα, η περιοχή της Ξιφιανής έχει προσφέρει σημαντικές πληροφορίες στην έρευνα σχετικά με την εδώ κατοίκηση στα Παλαιοχριστιανικά χρόνια[3]. Αξιόλογη υπήρξε η αποκάλυψη τμήματος κοιμητηρίου σε μικρή απόσταση δυτικά του Βυζαντινού κάστρου της Χρυσής. Οι 45 τάφοι που ερευνήθηκαν ανήκαν σε ποικίλους αρχιτεκτονικούς τύπους, κυρίως όμως πρόκειται για κεραμοσκεπείς καλυβίτες και κιβωτιόσχημους, τύποι που χρησιμοποιούνται από τη Ρωμαϊκή εποχή και κυρίως για τους οικονομικά ασθενέστερους. Ένας μόνο τάφος εξαίρεται για τη μνημειακή δομή του. Πρόκειται για υπόγειο καμαρωτό με κτιστή κιβωτιόσχημη κατασκευή επιχρισμένη εσωτερικά και στενή δίοδο στα βορειοανατολικά. Ο τύπος αυτός χρονολογείται στον 4ο αι. μ.Χ. Σε γενικές γραμμές οι ταφές είναι μεικτές, δηλαδή εδώ θάβονταν Χριστιανοί αλλά και Εθνικοί, είναι ατομικές, αλλά παρατηρούνται και πολλαπλές, φαινόμενο προσφιλές στο χριστιανικό κόσμο, όπως και ανακομιδές. Τα κτερίσματα ήταν ελάχιστα κυρίως κεραμική, ενώ μόλις τρεις γυναικείες ταφές έφεραν απλά ενώτια-κρίκους και συρμάτινο ψέλλιο.Σε μικρή απόσταση και νότια από το νεκροταφείο, το οποίο απλώνεται βόρεια και ανατολικά στον κάμπο της Χρυσής, έχουν εντοπιστεί οικιστικές εγκαταστάσεις που μάλλον παραπέμπουν σε μια κατά κώμας κατοίκηση των αγροτικών πληθυσμών της περιοχής κάτω από κοινή διοικητική οργάνωση κατά τον 4ο και 5ο αι. μ.Χ. Μια πιθανόν παλαιοχριστιανική τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα ή τρικλίνιο αποκαλύφθηκε στη θέση ‘Μοναστηράκι’ της Ξιφιανής, δύο χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του κοιμητηρίου. Πρόκειται για τετράπλευρο, αψιδωτό κτήριο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις βασικούς χώρους, παράλληλους μεταξύ τους. Ο λεγόμενος κεντρικός χώρος ή κεντρικό κλίτος είναι επιστρωμένος με πήλινες πλάκες, μία εκ των οποίων φέρει χαραγμένο σταυρό. Στην ίδια εποχή ανήκει και τμήμα κτηρίου ορθογώνιας κάτοψης με τρεις τουλάχιστον χώρους, λιθόκτιστους τοίχους, δάπεδο από τετράπλευρες πήλινες πλάκες και ξύλινη στέγη. [1] Μουτσόπουλος, Ν., Οι εκκλησίες του νομού Πέλλης, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1973, σ. 85.[2] Ibid. σ. 20.[3] Παϊσίδου, Μ., ‘’‘Περί των επί τοις κεκοιμημένοις τελουμένων’. Ανασκαφή κοιμητηρίου του 4ου αι. μ.Χ. στην Ξιφιανή Αλμωπίας’’, Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη 17, 2003, σελ. 517-531. Βλ. και ιστοσελίδα http://www.yppo.gr/5/g5111.jsp?obj_id=1580 ). Λόγω των έργων αποκατάστασης και της συχνής φροντίδας των ντόπιων όπως πληροφορούμαστε από κατοίκους της Ξιφιανής, το επίπεδο συντήρησης του ναού είναι υψηλό. Έχει αποκατασταθεί τόσο η πέτρινη σκεπή όσο και ο προαύλιος χώρος με υλικά όπως η πέτρα και το ξύλο. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο ναός φαίνεται έχει μεγάλο συμβολικό φορτίο για την τοπική κοινωνία της Ξιφιανής και ιδίως για τους παλαιότερους που την είδαν να καταστρέφεται και να αναστηλώνεται πρόσφατα. Από την έρευνα πεδίου μάθαμε ότι παλιότερα ο ναός και ο προαύλιος χώρος φιλοξενούσε συχνά πολλές εκδηλώσεις και έπαιζε σημαίνων ρόλο στη καθημερινότητα της κοινότητας. Σήμερα στον ναό τελούνται κανονικά λειτουργίες. Μπορούμε λοιπόν να πούμε με σιγουριά ότι η εκκλησία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής ταυτότητας της Ξιφιανής. Η πρόσβαση στον λόφο γίνεται από ασφαλτοστρωμένο (μέχρι κάποιο σημείο) δρόμο ενώ για όσους προτιμούν τη πεζοπορία υπάρχει μονοπάτι από το χωριό.  Δεν είναι κηρυγμένο μνημείο.